Πως η συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό επηρεάζεται όταν ένα άτομο έχει κάποια αναπηρία; Ποια είναι τα εμπόδια και ποια τα οφέλη για έναν εργοδότη να προσλάβει στην επιχείρηση του ένα άτομο με ειδικές ικανότητες. Τι βοήθεια δίνει το κράτος;

Το πιο κάτω άρθρο ανατέθηκε στην Φλωρεντία Χαραλάμπους, η οποία ήρθε στην Εταιρεία μας ως ασκούμενη (intern) για 3 βδομάδες κατά τους μήνες Μάιο-Ιούνιο του 2024, και γράφτηκε με τη στενή επίβλεψη της Ομάδας μας. Η Φλωρεντία έχει μόλις ολοκληρώσει το τέταρτο και τελευταίο έτος της στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, παρακολουθώντας το πρόγραμμα των Οικονομικών, με κατεύθυνση στις Διεθνείς Ευρωπαϊκές Οικονομικές σπουδές. Το άρθρο αυτό έδωσε την ευκαιρία στη ίδια να περιγράψει με ένα πιο άμεσο τρόπο τις σκέψεις και τα ευρήματα της σχετικά με το πολύ ενδιαφέρον ζήτημα της συμμετοχής ατόμων με αναπηρία στον εργασιακό χώρο του σήμερα, καθώς η ίδια έχει μελετήσει σε βάθος το ζήτημα αυτό ως μέρος της πτυχιακής της έκθεσης κατά το τελευταίο της έτος στο πανεπιστήμιο. Η Εταιρεία μας έχει αποκτήσει γνώσεις και πληροφορίες σχετικά με ένα επίκαιρο και συνάμα πολύ σημαντικό θέμα που αφορά όλους μας ανεξαιρέτως, τόσο στην Κύπρο, όσο και στο εξωτερικό. Είναι σίγουρα ένα διαφωτιστικό άρθρο που αποτελεί μια σύντομη και ευχάριστη ανάγνωση για όλους.

"Αναπηρία και Εργασιακό Περιβάλλον: Εμπόδια, Οφέλη και Κρατική Υποστήριξη για ένα  ωφέλιμο Εργατικό Δυναμικό"

Στον κόσμο που ζούμε σήμερα εν έτη 2024, η συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό είναι ένα ζήτημα που απασχολεί εκατομμύρια ανθρώπους στον κόσμο και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα του πλανήτη. Η απώλεια της εργασίας επηρεάζει την οικονομική σταθερότητα, την ψυχολογική ευεξία και την κοινωνική συνοχή της κοινωνίας. Αυτό γίνεται ακόμα πιο δύσκολο και οδυνηρό όταν πρόκειται για άτομα που έχουν κάποιου είδους αναπηρία, την κοινότητα ΑΜΕΑ δηλαδή. Τα ΑΜΕΑ άτομα αντιμετωπίζονται από την κοινωνία σε ένα μεγάλο βαθμό με επιφύλαξη και προβληματισμό, βιώνοντας καθημερινά με πολλούς και σημαντικούς τρόπους τον επιβαλλόμενο επαγγελματικό, κοινωνικό και οικονομικό αποκλεισμό.

Τα κυριά είδη αναπηρίας που υπάρχουν είναι η νευρολογική αναπηρία, η φυσική αναπηρία, οι χρόνιες ασθένειες, η ψυχική αναπηρία και η αισθητηριακή αναπηρία. Πιο συγκεκριμένα, το «cognitive difficulty», δηλαδή η γνωστική δυσκολία η οποία σχετίζεται με την νευρολογική αναπηρία και αναφέρεται σε προβλήματα που σχετίζονται με το νευρικό σύστημα και την εγκεφαλική βλάβη, όπως για παράδειγμα η νόσος «Αλτσχάιμερ», η επιληψία και διάφορες άλλες νευρολογικές διαταραχές. Ακόμη, το «Ambulatory difficulty», ή αλλιώς φυσική αναπηρία, που επικεντρώνεται σε δυσκολίες στην κινητικότητα του ατόμου και τις λειτουργίες του σώματος και μπορεί να οφείλεται από κάποιο ατύχημα ή εκ γενετής. Παραδείγματα αυτού του είδους αναπηρίας είναι η έλλειψη άκρων, διάφορες παραλύσεις κτλ. Αρκετά σημαντική αναπηρία είναι και το «Independent living difficulty», η οποία σχετίζεται με τις δυσκολίες που περιορίζουν την καθημερινή λειτουργία του ατόμου και μπορεί να είναι ακόμη και μακροχρόνιες καταστάσεις, όπως για παράδειγμα ο διαβήτης. Το «Self-care difficulty», δηλαδή η δυσκολία αυτοφροντίδας, ή αλλιώς ψυχική αναπηρία, που αφορά καταστάσεις όπως είναι η σχιζοφρένεια, η κατάθλιψη, ο αυτισμός, καταστάσεις δηλαδή που επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό την καθημερινότητα του ανθρώπου. Τελευταία αλλά εξίσου σημαντική κατηγορία είναι το «vision or hearing difficulty», η αισθητηριακή αναπηρία δηλαδή, η οποία επηρεάζει την ακοή, την όραση και γενικά τις αισθήσεις του ατόμου. Παραδείγματα αυτή της αναπηρίας είναι τα βαρήκοα άτομα, άτομα με μειωμένη ακουστική και ορατή αντίληψη, καθώς και αλλά.

Όπως είναι αναμενόμενο, οι καταστάσεις αναπηρίας επηρεάζουν αρνητικά τα αποτελέσματα της εξασφάλισης εργασίας και την συμμετοχή των ατόμων αυτών στο εργατικό δυναμικό. Αυτό το αποτέλεσμα επικυρώνεται γιατί τα περισσότερα άτομα με αναπηρία δεν προσλαμβάνονται από τους εργοδότες, ως επίσης διότι δεν υπάρχουν αρκετά επαγγέλματα που να προσαρμόζονται στις ανάγκες τους έτσι ούτε και οι ίδιοι να θέλουν να εργαστούν. Αλλά ακόμη και να τους προσλάβει κάποιος εργοδότης και να μπουν σε μια εταιρεία, πρέπει ο χώρος να τους φιλοξενήσει, να προσαρμοστεί καταλληλά ώστε να είναι ασφαλής για το άτομο με την αναπηρία και επίσης να ακολουθούνται ευλαβικά από την επιχείρηση οι κανόνες και τα προγράμματα που θέτουν οι οργανισμοί προστασίας ατόμων με ειδικές ανάγκες. Η συμμετοχή λοιπόν των ατόμων με κάποια αναπηρία στο εργατικό δυναμικό προϋποθέτει ότι οι εργοδότες θα πρέπει να εξασφαλίσουν την ασφάλεια τους στον εργασιακό χώρο με συγκεκριμένες εγκαταστάσεις και περαιτέρω στήριξη, κάτι το οποίο ενδεχομένως να αυξήσει το κόστος της επιχείρησης τους. Αυτό δημιουργεί μεν κάποια εμπόδια αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει ευκαιρίες και κίνητρα για τους εργοδότες να έχουν στην εταιρεία τους άτομα με ειδικές ανάγκες.

Αν θεωρήσουμε ότι ο κυριότερος στόχος κάθε επιχείρησης είναι η μεγιστοποίηση των κερδών της, για τους διευθυντές μιας εταιρείας, υφίσταται μια ανησυχία για να προσλάβουν άτομα ΑΜΕΑ, γιατί θα αυξηθεί το κόστος τους, αφού τα ΑΜΕΑ άτομα χρειάζονται συγκεκριμένες εγκαταστάσεις στο εργασιακό τους περιβάλλον όπως έχει αναφερθεί, καθώς επίσης και φαρμακευτική περίθαλψη, και κάποιες άλλες υπηρεσίες που θα τους είναι χρήσιμες. Οι εργαζόμενοι με αναπηρία ευνοούνται από τις εγκαταστάσεις αυτές και έτσι μπορούν να δουλεύουν πιο γρηγορά και με μεγαλύτερη ευκολία, άρα αυτό βελτιώνει την απόδοση τους προς όφελος της επιχείρησης.

Τα άτομα με ειδικές ανάγκες πιο συχνά βρίσκονται δυστυχώς εχτός εργατικού δυναμικού. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω, αυτό συμβαίνει γιατί κάποιοι εργοδότες είναι πιο δισταχτικοί στο να προσλάβουν άτομα με αναπηρία στην επιχείρηση τους. Έχουν το αίσθημα του φόβου ότι δεν θα ανταπεξέλθουν τα άτομα αυτά στις απαιτήσεις που χρειάζονται για την συγκεκριμένη θέση εργασίας. Έχουν ανησυχίες για το αν θα υστερούν σε απόδοση σε σχέση με τους συναδέλφους τους χωρίς αναπηρία και αν θα υπάρχουν γενικά εντάσεις και διαφωνίες μεταξύ των υπάλληλων αλλά και των πελατών. Συγκεκριμένα, οι εργοδότες φαίνεται να έχουν ιδιαίτερη ανησυχία για τα άτομα με ψυχική αναπηρία και για τα ξεσπάσματα συμπεριφοράς που μπορεί να έχουν, είτε σε πελάτες, είτε σε συνάδελφους τους. Για τον λόγο αυτό, οι εργοδότες ζητούν να γνωρίζουν το είδος αναπηρίας του ατόμου από πριν. Ακόμη ένα άλλο εμπόδιο για τους εργοδότες είναι ότι τα άτομα με κάποιου είδους αναπηρία δικαιούνται περισσότερες μέρες αδείας για ιατρικούς σκοπούς και αυτό δημιουργεί μια αυξημένη ανάγκη αντικατάστασης των ατόμων αυτών στην εταιρεία για τις μέρες που θα λείπουν, κάτι που ίσως αποδειχθεί δαπανηρό για την επιχείρηση. Οι εργοδότες έχουν επίσης το άγχος από την νομική πλευρά γιατί όταν προσλαμβάνουν άτομα ΑΜΕΑ είναι υποχρεωμένοι από τον νομό να τους πληρώνουν δίκαια και σωστά και να τους παρέχουν όλες τις εγκαταστάσεις που χρειάζονται και αυτό τους αυξάνει το κόστος τους. Αυτό φυσικά σε μια δίκαιη κοινωνία με θεσμούς θα έπρεπε να ισχύει για όλους τους εργαζομένους ανεξαιρέτως.

Είναι γεγονός ότι εκπαίδευση και κατάρτιση των εργαζομένων παίζει σημαντικό ρόλο στην μεγιστοποίηση της αποδοτικότητας, και κατ’ επέκταση των κερδών της επιχείρησης. Οι περιορισμοί που μπορεί να είχαν τα ΑΜΕΑ άτομα στην εκπαίδευση τους μπορεί να τους εμποδίσουν στο να παίρνουν κάποιες θέσεις εργασίας που να απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις και ικανότητες. Αυτό βέβαια μπορεί να βελτιωθεί, αν οι εργοδότες έχουν την οικονομική δυνατότητα να διοργανώσουν ή να παρέχουν την ευχέρεια συμμέτοχης σε σεμινάρια για ενημέρωση και πρακτική εξάσκηση των ατόμων που δεν έχουν την απαραίτητη εκπαίδευση. Με τον τρόπο αυτό, θα αποκτηθούν εξειδικευμένες γνώσεις που θα οδηγήσουν στην αξιοποίηση των ικανοτήτων των ατόμων με ειδικές ανάγκες και έτσι θα μπορούν και οι ίδιοι να προσφέρουν στην επιχείρηση και επιπλέον να διατηρούν την ψυχολογία που χρειάζεται για να είναι και η ζωή τους εχτός δουλειάς καλύτερη και όσο πιο φυσιολογική γίνεται. Αν γενικά υπάρχει ευαισθητοποίηση και θέληση για προσαρμογή του εργασιακού περιβάλλοντος στα άτομα με ειδικές ανάγκες και παρασχεθούν οι κατάλληλες εγκαταστάσεις, η παραγωγικότητα των ατόμων αυτών θα είναι αυξημένη και τα αποτελέσματα, μετρήσιμα και μη, θα είναι θετικότατα.

Σημαντικό ρόλο όμως παίζει και το είδος της αναπηρίας που έχει ένα άτομο. Η ψυχική αναπηρία όπως σχιζοφρένεια και αυτισμός, καθώς και οι χρόνιες ασθένειες και η φυσική αναπηρία είναι πιο πιθανόν να αποτρέπουν ένα άτομο από το να ενταχθεί στο εργατικό δυναμικό μιας επιχείρησης. Αξίζει να σημειωθεί όμως ότι  τα άτομα με αισθητηριακή αναπηρία όπως τα βαρήκοα άτομα και άτομα με μειωμένη ακουστική και ορατή αντίληψη έχουν το ψηλότερο ποσοστό συμμέτοχης στο εργατικό δυναμικό και αυτό συμβαίνει γιατί το είδος αναπηρίας τους δεν τους εμποδίζει σε μεγάλο βαθμό στο να εργαστούν και να έχουν μια καλή και καλοπληρωμένη θέση εργασίας. Ψηλό ποσοστό συμμετοχής έχουν και τα άτομα με νευρολογική αναπηρία.

Σημαντική είναι η εμπλοκή του κράτους αφού βοηθά τις επιχειρήσεις που έχουν εργαζόμενους με ειδικές ανάγκες δίνοντας οικονομικά κίνητρα. Για παράδειγμα, με φορολογικά κίνητρα ή επιδοτήσεις. Επίσης δίνει μια οικονομική ενίσχυση για τις εγκαταστάσεις και τα προγράμματα που θα χρειαστούν να υιοθετήσει η επιχείρηση για την ευκολότερη πρόσβαση των ατόμων με αναπηρία στους ιδιωτικούς και δημοσίους χώρους εργασίας. Σε κάποιες περιπτώσεις, το κράτος είναι πρόθυμο να χρηματοδοτήσει τα προγράμματα εκπαίδευσης και κατάρτισης που μπορεί να χρειαστούν για τα άτομα με ειδικές αναπηρίες για την απόκτηση των δεξιοτήτων που απαιτούνται για να ενταχθούν στο εργατικό δυναμικό της αγοράς εργασίας. Αυτή η οικονομική βοήθεια από το κράτος, ενθαρρύνει ως ένα βαθμό τις επιχειρήσεις να προσλαμβάνουν άτομα με ειδικές ανάγκες, γιατί γνωρίζουν ότι θα απαλυνθούν τα αυξημένα κόστη τους για αγορά των εγκαταστάσεων που επιβάλλονται να έχουν στον εργασιακό τους χώρο.

Σήμερα, οι εργοδότες είναι πιο πρόθυμοι στις προσλήψεις τους για τα άτομα με κάποια αναπηρία σε σχέση με το παρελθόν. Αυτό γίνεται τις περισσότερες φορές από εργοδότες που έχουν υψηλό μορφωτικό επίπεδο και που είναι καλύτερα ενημερωμένοι σχετικά με τις διαδικασίες ένταξης των ατόμων αυτών στην αγορά εργασίας και άρα είναι θετικοί και μακριά από στερεοτυπικές αντιλήψεις, αφού μπορούν να σκεφτούν πιο πρακτικά και πιο λειτουργικά. Δεν έχουν φόβο ή ανησυχία απόδοσης, συγκρούσεων και του κόστους πρόσληψης όσον αφορά τα άτομα αυτά. Οι σύγχρονες και μοντέρνες εταιρείες προσπαθούν να επιδεικνύουν την εταιρική κοινωνική ευθύνη (ΕΚΕ) μέσω διάφορων πρακτικών, μια εκ των οποίων είναι η πρόσληψη ατόμων με ειδικές ανάγκες στον εργασιακό τους χώρο. Οι μοντέρνες επιχειρήσεις σήμερα αναγνωρίζουν ότι η επιτυχία δεν μετριέται μόνο από τα οικονομικά κέρδη, αλλά και από την κοινωνική και περιβαλλοντική επίδραση. Η ΕΚΕ είναι ένα πλαίσιο που ενσωματώνει αυτές τις αξίες και δεσμεύει τις εταιρείες να λειτουργούν υπεύθυνα. Σύμφωνα με μια ερευνά από τους Scott et al το 2017, εταιρείες μεγαλύτερου μεγέθους είναι συνήθως πιο φιλικές και πρόθυμες στο να προσφέρουν θέσεις εργασίας σε άτομα με κάποιους είδους αναπηρία και αυτό γίνεται πιθανό λόγω του μεγέθους της εταιρείας και της κοινωνικής πολιτικής που ακολουθούν.

Εν κατακλείδι, πρέπει όλοι να αναγνωρίσουμε τη σημασία της προστασίας και της υποστήριξης των ατόμων ΑΜΕΑ στο περιβάλλον εργασίας. Η ανάγκη για ισότητα ευκαιριών στην αγορά εργασίας δεν είναι μόνο ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και μια επιχειρηματική και κοινωνική ανάγκη. Είναι φανερό και σίγουρο ότι πρέπει να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε προς την κατεύθυνση μιας κοινωνίας που δεν αφήνει κανένα στο περιθώριο και που προσφέρει ευκαιρίες ανάπτυξης και επαγγελματικής πραγματοποίησης σε όλους. Η προστασία και η υποστήριξη των ατόμων με ειδικές αναπηρίες στον χώρο εργασίας αποτελούν όχι μόνο ηθική υποστήριξη, αλλά και μια επένδυση στην κοινωνία και στην οικονομία μας. Μέσα από την συνεργασία, κατανόηση και συλλογική δράση, μπορούμε να δημιουργήσουμε έναν κόσμο οπού όλοι έχουν την ευκαιρία να ακολουθήσουν τα όνειρα τους και να συμβάλουν στην κοινωνία με τα δικά τους θέλω και με τον τρόπο που οι ίδιοι θέλουν και επιθυμούν. Τότε και μόνο τότε θα αρχίσουμε να μιλούμε όχι για άτομα με ειδικές ανάγκες (ΑΜΕΑ), αλλά περισσότερο για άτομά με ειδικές ικανότητες, που θα αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της αγοράς εργασίας και ενός ευνομούμενου και ευαίσθητου κράτους.

 

“THE REVITA TEAM”

Σημείωση: Τα άρθρα και τα δημοσιεύματα της εταιρείας μας, σκοπό έχουν να παραθέσουν στοιχεία για συγκεκριμένα θέματα καθώς και απόψεις που βασίζονται σε εμπειρία και γνώση που έχει αποκτηθεί. Απώτερος σκοπός μας είναι η επιμόρφωση των αναγνωστών στο σύνολο τους και όχι η παροχή συμβουλών για συγκεκριμένες περιπτώσεις. Για όλα τα προηγούμενα άρθρα της εταιρείας μας, μπορείτε να επισκεφτείτε την σελίδα μας στο Facebook, https://www.facebook.com/revitaconsult όπως και το blog στην ιστοσελίδα μας.


Unveiling the Leader Within: Nature, Nurture, and the Difference between Leadership and Management

The Article below was assigned to one of our 2023 summer interns, Rafaelia Socratous, and was written with the close supervision of our Team. Rafaelia is currently undergoing her third year at Warwick University, UK, where she is studying the degree of “BA in Film and Literature”. Ultimately, it has provided an opportunity for Rafaelia to enhance and outline her thoughts and inspirations regarding the very interesting subject of Leadership and Management, as she is herself currently in the process of applying for a master’s degree in Management. Our Company has gained insight from an informative, topical and at the same time academic piece of writing, circulating around a matter of differentiating between two of the most important qualities in modern business. It is certainly an enlightening piece of writing and a quick, pleasant read for everyone.

“Leadership”, the elusive quality that drives nations, inspires movements, and shapes destinies, has long been subject to debate. Is it an innate trait bestowed upon a select few at birth, or can it be cultivated through diligent effort and experience? The answer, it seems, lies in a delicate interplay between nature and nurture.

While some individuals appear to possess a natural aptitude for leadership from an early age, displaying charisma, decisiveness, and vision, it would be simplistic to conclude that leadership is solely a matter of genetics. Rather, it is a multifaceted attribute that can be honed and refined over time.

To become a good leader, one must cultivate those skills which will deem them capable of leading, influencing and positively impacting the people around them. That can of course be achieved through extensive work experience and training, since there really is no better educator than a real-life experience. For someone to become a leader, there is a diverse array of attributes they must possess, or work towards; some of those being effective communication, emotional intelligence, strategic thinking, decisiveness and listening. The key is to be bold. To involve oneself in leadership positions whether that is within their own smaller domain, or larger projects and initiatives.

Of course, a person who does not rise up in the face of difficulty, can simply not call themselves a leader, as they have not deservedly acquired that title. Facing challenges, overcoming obstacles, and navigating uncertainty are integral components of the leadership journey. It is through these trials that individuals discover their resilience, adaptability, and capacity for innovation – qualities that are indispensable for guiding others through tumultuous times.

Nevertheless, although with nurture follows hard work, dedication and resilience, there are some human characteristics that one can only be born with. While dedication and perseverance are crucial, they alone do not guarantee leadership success. There are every now and then born leaders among us, individuals for whom influencing people, to a great extent, comes naturally and instinctively. Consider Messi and Ronaldo in the realm of football. The meteoric rise of both footballers to legend status was propelled by their innate passion and exceptional natural abilities on the pitch. Though both very different in style of play, the journey of both Messi and Ronaldo has been characterized by equally relentless dedication, discipline and hard work, which would ultimately compliment and elevate their pure, natural talents. These two constitute modern football’s finest examples of the synergy between natural talent and persistence. Both faced numerous obstacles and invested considerable effort to reach the pinnacles of success they enjoyed in recent years, inspiring their teammates to follow standards they have set, both at club as well as international level, year after year. Therefore, to be a Leader comprises of both remarkable drive as a perfect complement to innate talent, as in the case of Messi and Ronaldo.

The final section of this article wishes to address the subject of whether a good leader is actually by de facto a good manager and vice versa. Are the qualities of Leadership and Management similar? The answer is Yes, and No. Management is a combination of charisma and (mostly) the result of continuous training and hard work in specific fields and environments. As mentioned above, Leadership still requires the same combination, though in different dosages. Leadership is something more distinct, which brings with it a magical aura unique in every individual who possesses it. They are the only ones who can improve and work on it alone.

Interestingly, Forbes states that “it is important for leaders to grasp the importance of Management, and know how to supervise. But that doesn’t mean they need to do it themselves.” For example, whereas Facebook have a Leader in Mark Zuckerberg, they only achieved disciplined Management by hiring Sheryl Sandberg as their COO to organise the perfect chaos. It is true that a Leader can also be a decent Manager. Certainly, though, one shall not imply the other. Management through the ages appears to have always been more of a technocratic issue and one for which a lot can be taught about, through higher educational courses and degrees, qualifications and diplomas. Leadership, on the contrary, cannot always be structured or moulded.

The path to leadership is not predetermined, but forged through a combination of innate talents, acquired skills and, of course, personal development. For the one who wishes to become a great Manager, even more so the case. It is not by coincidence that great Leaders and Managers often work together to achieve breakthroughs in various fields of business, such as the case of Facebook (now Meta). A Leader who cannot (or does not have the time) to manage, should possess a deep understanding of their strengths and weaknesses in order to address this issue. Therefore, whether one is born with a natural inclination for leadership, or cultivates it through deliberate practice, the essence of leadership itself lies not in one's origins, but in the willingness to embrace the challenges and responsibilities inherent in guiding others towards a shared vision of a better future.

 

“THE REVITA TEAM”

Σημείωση: Τα άρθρα και τα δημοσιεύματα της εταιρείας μας, σκοπό έχουν να παραθέσουν στοιχεία για συγκεκριμένα θέματα καθώς και απόψεις που βασίζονται σε εμπειρία και γνώση που έχει αποκτηθεί. Απώτερος σκοπός μας είναι η επιμόρφωση των αναγνωστών στο σύνολο τους και όχι η παροχή συμβουλών για συγκεκριμένες περιπτώσεις. Για όλα τα προηγούμενα άρθρα της εταιρείας μας, μπορείτε να επισκεφτείτε την σελίδα μας στο Facebook, https://www.facebook.com/revitaconsult όπως και το blog στην ιστοσελίδα μας.


«Ο θεσμός του Διαμεσολαβητή»

Στην καθημερινότητα μας δυστυχώς αντιμετωπίζουμε συνεχείς συγκρούσεις. Είτε σαν παρατηρητές ή ακόμα και εμείς οι ίδιοι προσωπικά.

Αυτό επέβαλε ο σύγχρονος τρόπος ζωής, η πολυπλοκότητα των καθημερινών συναλλαγών και η ατομικότητα και εγωισμός ίσως, με τα οποία ενεργεί ο σημερινός άνθρωπος.

Αυτά έχουν ενταθεί με τα προβλήματα των τελευταίων ετών στον τόπο μας, όπου δημιουργούν ένα αίσθημα ανασφάλειας, αλλά και ελλείψεως ευνομίας στον κάθε ένα από εμάς.

Τα τελευταία χρόνια σε παγκόσμιο επίπεδο και πρόσφατα στην Κύπρο, έχει αναδειχθεί μια νέα μέθοδος επίλυσης διαφορών και αυτή είναι η διαδικασία της ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ.

Ο Διαμεσολαβητής είναι ανεξάρτητος, εχέμυθος, δίκαιος και βοηθά τα δύο μέρη στο να εξεύρoυν οι ίδιοι μια λύση που αφήνει και τους δυο ικανοποιημένους και ταυτόχρονα είναι βιώσιμη.

Η διαδικασία είναι εθελοντική και ανήκει στον Διαμεσολαβητή, ο οποίος καλείται με μαεστρία να οδηγήσει τα δυο μέλη να βρουν τη λύση στο πρόβλημα τους. Ο συντονισμός του είναι καταλυτικός.

Η διαμεσολάβηση είναι ένας άλλος τρόπος επίλυσης διαφορών πέραν από την διαιτησία ή τα δικαστήρια χωρίς να σημαίνει όμως ότι τα αντικαθιστά. Βοηθά στο να λύνονται διαφορές γρήγορα και με μειωμένο κόστος και σε πάρα πολλές περιπτώσεις, κυρίως στο εξωτερικό, έχει μπει στις ζωές των ανθρώπων και ενδείκνυται η χρήση της. Ακόμη και δικαστές στο εξωτερικό συστήνουν κάποιες φορές την διαδικασία διαμεσολάβησης.

Όλοι μας, αρκετές φορές γινόμαστε διαμεσολαβητές. Σε διενέξεις μεταξύ φίλων, σε οικογενειακές διαφορές, σε οικονομικές διαφωνίες. Έτσι και εμείς πιστεύουμε ότι ο καθένας θα πρέπει να συμπεριλάβει στα υπόψη του τη διαδικασία της διαμεσολάβησης προτού προχωρήσει σε άλλα μέτρα χρονοβόρα, με μεγαλύτερο κόστος, και με αβέβαιο αποτέλεσμα.

Πιο κάτω καταγράφονται τα σημαντικότερα βήματα μιας Διαμεσολαβητικής Προσπάθειας:

1. Ο Διαμεσολαβητής ακούει προσεκτικά τις θέσεις των δυο πλευρών και ψάχνει για κοινό έδαφος.
3. Ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει τα επίμαχα ζητήματα μέσα από τις θέσεις των πλευρών.
4. Ο Διαμεσολαβητής διερευνά τα ζητήματα για να κατανοήσει τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα (σε κοινές ή χωριστές συναντήσεις).
5. Ο Διαμεσολαβητής βοηθά στην επισήμανση ρεαλιστικών επιλογών σε κοινές ή χωριστές συναντήσεις (διαμέσου και ιδεοθύελλας αν χρειαστεί).
6. Ο Διαμεσολαβητής φροντίζει για τη διατήρηση θετικού κλίματος ξεπερνώντας ενδεχόμενα αδιέξοδα.
7. Ο Διαμεσολαβητής βοηθά τα μέρη να φθάσουν σε μια ρεαλιστική συμφωνία.
8. Ο Διαμεσολαβητής καταγράφει τη δεσμευτική συμφωνία, την οποία οι δύο πλευρές προέκριναν και δεσμεύονται να υλοποιήσουν.

Πρέπει να θυμόμαστε πάντοτε ότι η διαδικασία ανήκει στον διαμεσολαβητή, η συμφωνία όμως ανήκει στα δύο μέρη.

Στη Revita Turnarounds Ltd, μπορούμε να σας προσφέρουμε υπηρεσίες Διαμεσολάβησης βασιζόμενοι στην πολυετή πείρα μας στην επίλυση εταιρικών, εργασιακών και χρηματοοικονομικών διαφορών, ως εγκεκριμένοι διαμεσολαβητές από το ΚΕΒΕ και το γραφείο του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου.


“THE REVITA TEAM”

Σημείωση: Τα άρθρα και τα δημοσιεύματα της εταιρείας μας, σκοπό έχουν να παραθέσουν στοιχεία για συγκεκριμένα θέματα καθώς και απόψεις που βασίζονται σε εμπειρία και γνώση που έχει αποκτηθεί. Απώτερος σκοπός μας είναι η επιμόρφωση των αναγνωστών στο σύνολο τους και όχι η παροχή συμβουλών για συγκεκριμένες περιπτώσεις. Για όλα τα προηγούμενα άρθρα της εταιρείας μας, μπορείτε να επισκεφτείτε την σελίδα μας στο Facebook, https://www.facebook.com/revitaconsult όπως και το blog στην ιστοσελίδα μας.


The “Hunger Games”: Exceptionally Relevant Today, A Threat For Tomorrow

At Revita Turnarounds Ltd, we wanted to start the fall season with a more philosophical rather than technical piece of writing by members of our Team, keeping in mind everything we ourselves, as citizens of Cyprus, witness constantly in our everyday lives. The latest movie of the series, “Hunger Games: The Ballad of Songbirds & Snakes”, to be released later this year, provided us with a great excuse to revisit the symbolic essence and relevance of the storyline to modern society trends. A “short and sweet” piece of writing, which we sincerely hope will make readers realise and relate to various current aspects and situations of modern life.

 

A few years ago, one of those film series that everyone talks about was first introduced to the public, making an impact, especially on the younger generations. Titled “The Hunger Games”, the movie saga is based on the novel of the same name. The genre is science fiction, but quite different to the imaginary, fairy-tale type J.K. Rowling’s “Harry Potter” series would be. Instead, the “Hunger Games” are of a more dystopian nature, one that would possibly accommodate a George Orwell or Franz Kafka society much more suitably. The type which makes the viewer think, disturbing their peace of mind for the very same reason that dystopian concepts are often a lot closer to life experiences than pure fantasy.

To provide a short and concise summary, the story is based in a future world with a clear and defined ruling class of people, followed by all the rest (the masses), in an unjust system of plutocracy. People are forced to participate in the “Hunger Games”, where the winner takes it all. What is all? The last person standing is set free. A person’s freedom and survival, and certainly their well-being, solely relying on everybody else being extinguished. In this “system” there exist only enemies and no teammates. A sadistic concept for the entertainment of the elite, who enjoy watching the players struggle to grasp on the extremely slim chances of winning and being rescued.

Take away the reality game concept and the blunt killing and, unfortunately, the “Hunger Games” are metaphorically becoming a mirror of today’s world and society. People’s stress levels today all around the globe are higher than ever before, one can feel it, and people are fighting an endless cause in an abstract manner, constantly wrapped up in their anxiety of fulfilling liabilities, with household bills reaching unprecedented limits and an endless effort to cope with inflation and higher interest rates. In the meantime, the era of extreme digitalisation has certainly provided time-benefits, amongst others, but very often at the cost of replacing personal contact and communication. In the job market, positions are being lost and even cease to exist as we know them, while on the other hand, new technological breakthroughs mean exponential professional opportunities for those who can exploit them. A new wave of inequality is therefore increasing dangerously and pressure from all directions is acting to further squeeze the knot on people’s lives. Resorting to impulsive and abrupt behaviours, possibly as a side-effect of this generic sense of pressure and competitiveness, is nowadays an apparent and trending reaction of the masses.

In this perfect chaos, most social welfare systems are suffering from their own inefficiencies, now more than ever, pushing people to abuse the system to the expense of other fellow citizens. Such environments thrive in small countries such as Cyprus, where institutions are weak, often leading to the rise of nepotism and hidden corruption. Apart from powerful, systems nowadays have become so bureaucratic, they have ultimately achieved unbeatable levels of self-sustainment. Numerous simple tasks which should be straightforward for the layman can now lose one in translation and extraordinary procedures. Never-ending procedures.

Sure, the few are still trying to talk common sense and bring some balance of hope in this new world where aggression often prevails, but this modern paranoia and the power of the many seem hard to fight. They always have been, but in older, dated versions. One can really wonder if this is what Europe and the Western World should really be all about. Why is the dream becoming a nightmare? But then again, an old wise phrase says that overall and, in the end, “You Get What You Deserve.”

In his celebrated poem with the title “No Man Is An Island”, John Donne explores the idea of connectedness and human relationships, as people are by nature no isolated “islands” on their own. Is it perhaps the time when people must try working with team spirit in mind all over again? Is not such philosophy the right way to go? Is this not the healthier formula to improve societies; the one closer to Pareto Efficiency, after all?

The “Hunger Games” is an extraordinary novel and film series. A story we very much hope stays in books and on big screens. An imaginary, pessimistic and non-fulfilled prophecy of a gradually disappearing race as we know it, the human race. With all genuine elements that constitute people and societies, core morals and values.

 

“THE REVITA TEAM”

Σημείωση: Τα άρθρα και τα δημοσιεύματα της εταιρείας μας, σκοπό έχουν να παραθέσουν στοιχεία για συγκεκριμένα θέματα καθώς και απόψεις που βασίζονται σε εμπειρία και γνώση που έχει αποκτηθεί. Απώτερος σκοπός μας είναι η επιμόρφωση των αναγνωστών στο σύνολο τους και όχι η παροχή συμβουλών για συγκεκριμένες περιπτώσεις. Για όλα τα προηγούμενα άρθρα της εταιρείας μας, μπορείτε να επισκεφτείτε την σελίδα μας στο Facebook, https://www.facebook.com/revitaconsult όπως και το blog στην ιστοσελίδα μας.


The Influence of Choice Architecture: Behavioural Economics

The Article below was assigned to one of this year’s summer interns, Xara Smyth, and was written with the close supervision of our Team. Xara is about to enter year 2 at Warwick University, UK, where she is studying the degree of “Politics, Philosophy and Economics”. Ultimately, it has provided an opportunity for Xara to enhance and outline her knowledge on paper regarding the very interesting subject of Behavioural Economics. On the other hand, our Company has gained insight from an informative, topical and at the same time academic piece of writing, circulating around a matter of utmost importance in the modern era. It is certainly an enlightening piece of writing and a quick, pleasant read for everyone.

 

Behavioural Economics:

Behavioural economics is the “science of judgmental heuristics”, explaining the mental shortcuts behind the making of a decision by intersecting the fields of psychology and economics (Furnham, 2011: 35). It creates a deeper comprehension of the how and why people make choices. When in traditional economics it is assumed that the individual is rational in decision-making, behavioural economics looks into the emotional and psychological factors. In doing so, it can explain the seemingly irrational choices that individuals make; such as buying overpriced goods just because they used to be even more overpriced in the past.

This article focuses on the default effect and anchoring effect. Both effects fall under the category of ‘choice architecture’; the process of framing choices in order to guide a decision-maker in a certain direction.

 The Default Effect:

 Defaults are pre-selected options that are paired with a decision. They decide the answer to the decision before you make it, and you have the choice on whether or not to deviate. The default effect implies that people are more likely to conform to a decision that is already made for them than they are to make the decision independently. It is a branch of Nudge Theory, which states that small nudges – such as a pre-made decision – can lead to disproportionately advantageous results (Sunstein, 2017). For example, this could mean that by making online receipts the default choice as opposed to paper ones, the amount of paper wasted by a particular company is drastically minimised.

The cognitive mechanism behind this is the status quo bias. Humans are naturally inclined towards a cognitive economy, whereby they may conserve and reduce their mental energy. When it comes to making a decision, due to this natural inclination, people are overwhelmed by large amounts of choices when they have to come to a conclusion. Therefore, in the situation where a default choice exists, the call for deliberation and comparison is reduced; an easier option is presented. Any fears of regretting the decision, or fears of change and the uncertainty it brings with it, are reduced. Therefore, default choices nudge us towards maintaining the status quo.

A good illustration of this is the policy of either opt-in or opt-out organ donation across countries. This is the difference between explicit consent (opt-in) and presumed consent (opt-out). Statistics show, as in Figure 1, that countries with an opt-out policy have higher rates of organ donation than countries with an opt-in policy (Molina-Pérez et al. 2021). The data concludes that when people are automatically registered to donate their organs, they are more likely to agree to it than people who have to go out of their way to sign up to it.

Policies such as these can be used by politicians, economists, et cetera, to guide the population into making certain choices. If used correctly, it can be applied to encourage outcomes that are beneficial to society, such as sustainability through the reduction of paper waste, or higher amounts of organ donation. However, if used with amoral intentions, it can guide people towards making choices that are not the best for them – such as spending more money than what is necessary, or what something is worth.

 

The Anchoring Effect:

 The anchoring effect is when people rely disproportionately on the first piece of information they receive and let it sway their decisions, even if it doesn't make sense. For example, if someone suggests a price for something, we might get stuck on that price and base our choices around it. We naturally assume that the suggested price is a good starting point, and then we find ways to connect our decisions to that initial suggestion, bringing up related thoughts in our minds (Furnham 2011). However, this is not always right, and brings to mind the widespread phrase: “assumption is the mother of all mistakes”.

Empirical evidence carried out by Critcher and Gilvovich (2008) supports that even so much as the number on an athlete’s jersey can act as an anchor for estimations of his performance; proving that even unrelated numbers can act as anchors. This is another exemplification of the cognitive economy. By basing judgments around an initial, often irrelevant number, we reduce our mental ability and independent cognitive effort.

This may be used in the real world for both positive and negative effects. Retailers may use it by setting an initially high price and then reducing it to the price they truly want so that it looks reasonable by comparison. In court, judges’ sentences may be influenced by the originally suggested sentence.

Awareness of the anchoring effect can encourage our attempt to mitigate it by thinking rationally regardless of our access to existing information. Belsky and Golivich’s (1999) book on behavioural economics agrees that before making money-related decisions, one should broaden their range of advisors and ensure they are able to see investments as worth more or less than what they originally thought. Similarly, people with more knowledge are proven to be less affected by the anchoring effect, whether it be due to pre-existing knowledge, or more extensive deliberation than average (Wilson et al. 1996).

 

The Ethical Implications of Choice Architecture:

 Choice architecture has ethical implications due to its restrictive nature. Used intentionally, it is a tool of limiting the individual’s autonomy. Consumer willpower can be discouraged through priming and defaults, or by the use of anchors to boost prices, and these events happen without consumer awareness. In the case of anchoring, the bias is so psychologically rooted that even being told of its existence does not necessarily counteract its effect.

Therefore, it is of utmost importance that marketers do not take advantage of this.  Although it is a general conception that businesses should be aware of their ethical responsibility toward maintaining consumer sovereignty, in the absence of economic incentive and a lack of conscience, policy intervention may be required to counteract this effect.

 

Conclusion:

 In conclusion, behavioural economics illuminates the complex interplay between cognitive biases, human decision-making, and the structures that influence our choices. The default effect and the anchoring effect serve as potent reminders that our judgments are not immune to subtle influences. Recognizing and navigating these biases is essential for individuals and policymakers alike, as we strive to make informed decisions that align with our best interests and broader societal goals. The journey through behavioural economics is an invitation to understand ourselves better, to be vigilant against the pitfalls of irrationality, and to harness the insights gained for wiser decision-making.

 

Bibliography:

Belsky, G., & Gilovich, T. (2010). Why Smart People Make Big Money Mistakes and How to Correct Them: Lessons from the Life-Changing Science of Behavioural Economics. Simon and Schuster.

Critcher, C. R., & Gilovich, T. (2008). Incidental environmental anchors. Journal of Behavioural Decision Making, 21(3), 241-251.

Furnham, A., & Boo, H. C. (2011). A literature review of the anchoring effect. The Journal of Socio-Economics, 40(1), 35-42.

Molina-Pérez, A., Rodríguez-Arias, D., & Delgado, J. (2021). Opt-out policies capacity to increase organ donors is limited. medRxiv, 2021.08.27.21262033. doi:https://doi.org/10.1101/2021.08.27.21262033

Sunstein, C. R., & Reisch, L. A. (Eds.). (2017). The Economics of Nudge. Critical Concepts of Economics, vol. 4 Routledge.

Wilson, T. D., Houston, C. E., Etling, K. M., & Brekke, N. (1996). A new look at anchoring effects: basic anchoring and its antecedents. Journal of Experimental Psychology: General, 125(4), 387.

 

“THE REVITA TEAM”

Σημείωση: Τα άρθρα και τα δημοσιεύματα της εταιρείας μας, σκοπό έχουν να παραθέσουν στοιχεία για συγκεκριμένα θέματα καθώς και απόψεις που βασίζονται σε εμπειρία και γνώση που έχει αποκτηθεί. Απώτερος σκοπός μας είναι η επιμόρφωση των αναγνωστών στο σύνολο τους και όχι η παροχή συμβουλών για συγκεκριμένες περιπτώσεις. Για όλα τα προηγούμενα άρθρα της εταιρείας μας, μπορείτε να επισκεφτείτε την σελίδα μας στο Facebook, https://www.facebook.com/revitaconsult όπως και το blog στην ιστοσελίδα μας.